πρόθεσιν

πρόθεσιν
πρόθεσις
placing in public
fem acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • πρόθεση — Αμετάβλητο (άκλιτο) μέρος του λόγου, που δηλώνει τις σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ ενός ονόματος ή μιας ονομαστικής έκφρασης και των άλλων στοιχείων της πρότασης. Αν και διαφέρει από το επίρρημα και τον σύνδεσμο, οι σχέσεις εξάρτησης των οποίων… …   Dictionary of Greek

  • Gadatas-Brief — im Louvre Bei dem sogenannten Gadatas Brief handelt es sich um eine antike Inschrift auf einem Marmorstein. Dieser wurde 1886 in der Gegend von Magnesia (heut. Türkei) entdeckt und wird heute im Louvre in Paris ausgestellt. Es handelt sich um die …   Deutsch Wikipedia

  • Gadatasbrief — Gadatas Brief im Louvre Bei dem sogenannten Gadatas Brief handelt es sich um eine antike Inschrift auf einem Marmorstein. Dieser wurde 1886 in der Gegend von Magnesia (heut. Türkei) entdeckt und wird heute im Louvre in Paris ausgestellt. Es… …   Deutsch Wikipedia

  • MENSA Domini — apud Apostolum l. Cor. c. 10. v. 21. οὐ δύναςθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων, Non potestis Domini Mensae participes esse et mensae Daemoniorum: Est ipsa Eucharistia, quam exemplo Pauli Patres ita saepe nominant, Optatus l. 5.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • POSITI — dicebantur apud Romanos mortui, qui ad fores erant collocati, versi in publicum pedibus, donec efferrentur, quem ritum πρόθεσιν dixêre Graeci. Glossae, εἷδος νεκροῦ. vide supra ubi de Cadaverum cura et verbô Collocare. Hinc legimus apud Plin. l.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • επιούσα — η (Α ἐπιούσα) (θηλ. τής μτχ. επιών τού έπειμι ως ουσ. κατά παράλειψη τού ονόμ. ημέρα) η επομένη, η ακόλουθη μέρα (α. «πρόθεσιν ἔχοντες κατὰ τὴν ἐπιοῡσαν πολιορκεῑν», Πολ. β. «έφθασε την επιούσα») …   Dictionary of Greek

  • συνεπάγω — ΝΜΑ [ἐπάγω, ομαι] νεοελλ. μέσ. συνεπάγομαι έχω ως αποτέλεσμα μσν. αρχ. μέσ. οδηγώ κάποιον μαζί μου («δυνάμεις πολλὰς συνεπαγόμενος», Άνν. Κομν.) αρχ. 1. οδηγώ κάποιον εναντίον ενός άλλου («τὰ κράτιστα ἐπὶ τε τοὺς ὑποδεεστέρους... ξυνεπῆγον», Θουκ …   Dictionary of Greek

  • συντάσσω — ΝΜΑ, και αττ. τ. συντάττω και ξυντάσσω Α [τάσσω] 1. (ιδίως σχετικά με στρατό) βάζω στη σειρά, παρατάσσω 2. διατυπώνω κάτι εγγράφως, συγγράφω (α. «συντάσσω συμβόλαιο» β. «αὐτὸς ἄχρι τῆς ἑσπέρας ἔγραφε συντάττων ἐπιτομὴν Πολυβίου», Πλούτ.) 3. γραμμ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”